ΠΟΤΕ Η ΔΙΑΛΕΙΜΜΑΤΙΚΗ ΝΗΣΤΕΙΑ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΗ ΚΟΥΡΑΣΗ
Αν ξεκίνησες διαλειμματική νηστεία, ίσως παρατηρείς τελευταία διάφορα παράξενα συμπτώματα όπως εξάντληση, ζαλάδες και πονοκεφάλους. Μάθε πώς συνδέονται αυτά και τι πρέπει να κάνεις.
Η διαλειμματική νηστεία είναι μία διατροφική τάση, την οποία τα τελευταία χρόνια έχει δοκιμάσει μεγάλο μέρος των ανθρώπων που αναζητούν αποτελεσματικούς τρόπους να χάσουν βάρος με έναν σχετικά εύκολο τρόπο. Η λογική πίσω από αυτήν είναι ότι το άτομο καταναλώνει θερμίδες μόνο κατά τη διάρκεια ενός συγκεκριμένου, περιορισμένου χρονικού παραθύρου μέσα στη μέρα (π.χ. για 6 ώρες), ενώ τις υπόλοιπες 18 ώρες μένει εντελώς νηστικό. Φυσικά, το «πρωτόκολλο» για το κάθε άτομο μπορεί να αλλάζει, π.χ. κάποιοι δοκιμάζουν το 8-14 ή το 10-14.
Σε κάθε περίπτωση, με τον τρόπο αυτό το άτομο καταλήγει να τρώει λιγότερο, αναγκάζοντας τον οργανισμό του να μπαίνει καθημερινά σε διαδικασία κέτωσης, δηλαδή να καίει λίπος για να παράγει ενέργεια και έτσι να δημιουργούνται οι κετόνες που χρησιμοποιούνται κυρίως από τον εγκέφαλο και τους μυς. Με τον τρόπο αυτό, το άτομο οδηγείται σταδιακά στην απώλεια βάρους.
Τα οφέλη της διαλειμματικής νηστείας δεν είναι λίγα. Όπως έχει αναφέρει σε προηγούμενο άρθρο του OW η κλινική διαιτολόγος-διατροφολόγος, Δέσποινα Μαρσέλου, η διατροφή αυτή «ενδείκνυται για λόγους υγείας, επειδή έχει φανεί ότι ωφελεί παθήσεις του ανοσοποιητικού, ορισμένα αυτοάνοσα νοσήματα, καθώς και τον καρκίνο, μειώνοντας τη χρόνια φλεγμονή».
Την ίδια ώρα, όμως, καθώς πρόκειται για μια διαδικασία πολύ διαφορετική από αυτή που έχει συνηθίσει ο οργανισμός μας όλα τα χρόνια (να τρώει, δηλαδή, και να τσιμπολογά από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ) είναι πολύ πιθανό αν δοκιμάσουμε να την εφαρμόσουμε χωρίς την καθοδήγηση κάποιου ειδικού, να του προκαλέσουμε σοκ. Χρειάζεται, λοιπόν, να εκπαιδεύσουμε τον οργανισμό μας στη διαλειμματική νηστεία και να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή δεν μπορεί να εφαρμόζεται για πάντα.
Μπορεί η διαλειμματική νηστεία να οδηγήσει σε εξάντληση;
Παρά τα αξιοσημείωτα οφέλη της είναι πιθανό ένα άτομο που ακολουθεί τη διαλειμματική νηστεία να εμφανίσει μερικές ημέρες μετά την έναρξή της συμπτώματα όπως υπερβολική κούραση, ζαλάδες, πονοκεφάλους, ευερεθιστότητα και έλλειψη ενέργειας.
Σύμφωνα με τον Dr. Eric Berg, ο οποίος ασχολείται εδώ και χρόνια με τη μέθοδο αυτή, τα παραπάνω συμπτώματα είναι κοινά και αναμενόμενα, ενώ δεν θα πρέπει να προκαλούν ανησυχία δεδομένου ότι το σώμα μας χρειάζεται μια περίοδο προσαρμογής, όσο ο μεταβολισμός μαθαίνει να χρησιμοποιεί το λίπος αντί για τους υδατάνθρακες ως καύσιμο. Το φαινόμενο αυτό επιβεβαιώνει και έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Behavioral Science, η οποία καταλήγει στο ότι «το αίσθημα κόπωσης είναι μια από τις πιο συχνές παρενέργειες μετά την έναρξης της διαλειμματικής νηστείας».
ΤΟ ΑΙΣΘΗΜΑ ΚΟΠΩΣΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΙΟ ΣΥΧΝΕΣ ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑΤΙΚΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ.
«Με τον καιρό, η υπερβολική αυτή κούραση θα πρέπει να μειωθεί και το άτομο να βρει ξανά τους κανονικούς του ρυθμούς», καθησυχάζει ο Dr. Berg.
Ωστόσο, συνεχίζει ο ίδιος, υπάρχουν μέτρα που μπορεί να λάβει κανείς για να αντιμετωπίσει την εξάντληση που ενδεχομένως να του προκαλέσει η διαλειμματική νηστεία, ανάλογα με το ποια είναι η αιτία που την προκαλεί.
Για ποιους λόγους η διαλειμματική νηστεία μπορεί να σου προκαλέσει εξάντληση;
– Χαμηλό σάκχαρο στο αίμα
Είναι ο βασικότερος λόγος που νιώθει κανείς κούραση και έχει να κάνει με το γεγονός ότι το σώμα πλέον βασίζεται στις κετόνες για να πάρει ενέργεια. Έτσι, κατά τις πρώτες ημέρες της διαλειμματικής νηστείας τα κύτταρα του εγκεφάλου και των μυών δεν είναι ακόμα καλά εκπαιδευμένα στη χρήση της νέας αυτής πηγής καυσίμου, με αποτέλεσμα να προκαλείται εύκολα κόπωση, θολούρα και εξάντληση. Το χαμηλό σάκχαρο είναι, εξάλλου, ένα δείγμα ότι προσπαθεί ο οργανισμός να μείνει νηστικός απότομα για πολλές ώρες.
Για τον λόγο αυτό, η διαιτολόγος και διευθύντρια του Τμήματος Διατροφής στο Brigham and Women's Hospital που συνδέεται με το Χάρβαρντ, συμβουλεύει να μειώνει κανείς σταδιακά το χρονικό πλαίσιο που καταναλώνει τροφή και να μην ξεκινά απότομα, με το πρόγραμμα των 18 ωρών νηστείας.
Επιπλέον, το σύνηθες είναι το άτομο να τρώει λιγότερες θερμίδες στο διάστημα που «επιτρέπεται» η κατανάλωση τροφής, και αυτό ούτως ή άλλως να συμβάλλει στην έλλειψη ενέργειας. «Αυτός είναι ο λόγος που συνιστάται να συνδυάζεται η διαλειμματική νηστεία με την κετογονική δίαιτα που έχει υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά και είναι χαμηλή σε υδατάνθρακες», σημειώνει ο Dr. Berg.
– Αφυδάτωση και ανισορροπία ηλεκτρολυτών
Τόσο η διαλειμματική νηστεία όσο και η κετογονική δίαιτα προκαλούν απώλεια νερού και εξάντληση ηλεκτρολυτών τις πρώτες ημέρες της προσαρμογής. Αυτό εξηγεί, βέβαια, την γρήγορη απώλεια βάρους, όμως μπορεί και να προκαλέσει συμπτώματα αφυδάτωσης, όπως είναι η κόπωση και το ληθαργικό αίσθημα, αφού μαζί με το νερό, το σώμα αποβάλει και ηλεκτρολύτες, όπως το νάτριο, το κάλιο, το μαγνήσιο και το ασβέστιο που ελέγχουν τη μυϊκή λειτουργία και τον καρδιακό ρυθμό.
Συνεπώς, λέει ο Dr. Berg, το άτομο θα πρέπει να αυξήσει την πρόσληψη νερού και να αναπληρώσει τους ηλεκτρολύτες του, τρώγοντας τρόφιμα πλούσια σε κάλιο, όπως λαχανικά και σαλάτες, και αυξάνοντας την πρόσληψη θαλασσινού αλατιού που είναι πλούσιο σε μεταλλικά στοιχεία.
– Έλλειψη βιταμινών Β
Οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β είναι απαραίτητες για την παραγωγή ενέργειας και βοηθούν το σώμα να προσαρμοστεί στην κέτωση, οπότε η μη συμπερίληψη αρκετών τροφών πλούσιων σε βιταμίνη Β στη διατροφή μπορεί να επιδεινώσει το αίσθημα κόπωσης. Ο μεταβολισμός των υδατανθράκων, για παράδειγμα, καταστρέφει τη βιταμίνη Β1, χωρίς την οποία τα κύτταρα δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά τις κετόνες ως πηγή ενέργειας. Η δε βιταμίνη Β5 υποστηρίζει την υγιή λειτουργία των επινεφριδίων και την παραγωγή κορτιζόλης, η οποία είναι απαραίτητη για την ισορροπία του σακχάρου στο αίμα και τη χρήση του λίπους ως πηγή ενέργειας.
Συνεπώς, το άτομο πρέπει στο χρονικό διάστημα που τρώει, να εστιάζει σε τροφές με θρεπτικά συστατικά, πλούσιες σε βιταμίνες και μέταλλα, όπως τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, οι σπόροι και οι ξηροί καρποί, το αβοκάντο, τα θαλασσινά, το κρέας και τα γαλακτοκομικά με πλήρη λιπαρά.
– Υποτονική ηπατική λειτουργία
Το συκώτι είναι το κύριο μεταβολικό όργανο του σώματος που παίζει ουσιαστικό ρόλο στην παραγωγή ενέργειας, στη διάσπαση του λίπους και στη σύνθεση πρωτεϊνών. Το συκώτι αποθηκεύει, επίσης, τις απαραίτητες βιταμίνες και τα μέταλλα, ενώ είναι ζωτικής σημασίας στην αποτοξίνωση των ορμονών, των φαρμάκων, του αλκοόλ και των περιβαλλοντικών τοξινών.
Η κόπωση και η έλλειψη ενέργειας μπορεί να οφείλονται σε κακή ηπατική λειτουργία, η οποία μπορεί να προκαλείται από ένα λιπώδες ήπαρ ή από την ανθυγιεινή διατροφή. Τα επεξεργασμένα τρόφιμα, για παράδειγμα, τα σάκχαρα και οι υδατάνθρακες μπορούν να επιβαρύνουν τη μεταβολική λειτουργία του ήπατος και να εξαντλήσουν τα θρεπτικά συστατικά που υποστηρίζουν τις διαδικασίες παραγωγής ενέργειας.
Έτσι, είναι απαραίτητη η κατανάλωση τροφών πλούσιων σε φυτοθρεπτικά συστατικά, όπως σταυρανθή λαχανικά, χόρτα πικραλίδας, ελαιόλαδο, σκόρδο και πράσινο τσάι.
– Χαμηλά επίπεδα γαστρικού οξέος
Τα γαστρικά οξέα είναι απαραίτητα στον οργανισμό για την απορρόφηση της βιταμίνης Β12, του ψευδαργύρου και του σιδήρου, τα οποία είναι ζωτικής σημασίας θρεπτικά συστατικά για τον σχηματισμό ερυθρών αιμοσφαιρίων και την οξυγόνωση των κυττάρων στο σώμα. Χωρίς επαρκές οξυγόνο, τα κύτταρα δεν μπορούν να παράγουν ενέργεια αποτελεσματικά και αυτό μας οδηγεί σε αίσθημα κόπωσης.
Η διαλειμματική νηστεία, καθώς επιτρέπει στο πεπτικό σύστημα να ξεκουραστεί, μπορεί να προκαλέσει προσωρινά μείωση του γαστρικού οξέος. Αυτή θα επανέλθει καθώς το σώμα μας προσαρμόζεται σε μεγαλύτερες περιόδους νηστείας, όμως μέχρι τότε ο Dr. Berg προτείνει:
«Αποφεύγετε να τρώτε εν κινήσει και μασάτε αργά απολαμβάνοντας τα γεύματά σας. Αυτό επιτρέπει στο νευρικό σύστημα να στέλνει σήματα στην πεπτική οδό που ενεργοποιούν την απελευθέρωση του οξέος του στομάχου.
»Μπορείτε, επίσης, να υποστηρίξετε τη χαμηλή οξύτητα του στομάχου με ένα ρόφημα με μηλόξυδο την ώρα των γευμάτων. Το μηλόξυδο είναι μια πλούσια πηγή οξικού οξέος που προάγει την πέψη και την απορρόφηση των θρεπτικών συστατικών και υποστηρίζει τα υγιή επίπεδα σακχάρου στο αίμα».
Σε κάθε περίπτωση, η διαλειμματική νηστεία απαιτεί σωστή καθοδηγήση από διατροφολόγο και τακτική επικοινωνία μαζί του, ειδικά αν η υπερβολική κούραση συνεχίζεται σε βάθος χρόνου.