© Λεωνίδας Γερμανόπουλος

«COLOR ME BEAUTIFUL»: ΕΝΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗΝ ΑΦΑΝΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ

Στην έκθεση «Color Me Beautiful», η Μαρία Μπουκαούρη και ο Λεωνίδας Γερμανόπουλος μάς καλούν σε ένα φωτογραφικό οδοιπορικό στο οικείο όσο και αλλόκοτο της ελληνικής επαρχίας.

Αν προσπαθήσεις να καταλάβεις πού έχουν τραβηχτεί οι φωτογραφίες της έκθεσης «Color Me Beautiful», μπορεί να μην τα καταφέρεις. Την ίδια στιγμή, θα αναγνωρίσεις εικόνες που φαίνονται αδιάψευστα ελληνικές, σαν στοιχεία του «DNA» τους να έχουν αποτυπωθεί στον αμφιβληστροειδή σου σε στιγμές ανύποπτες, ίσως από το παράθυρο ενός κινούμενου αυτοκινήτου, από μια κλεφτή ματιά σε μια ξένη αυλή, από μια περιήγηση σε μονοπάτια που μπορεί να διασταυρώνονται με τουριστικούς δρόμους, έχουν όμως και τη σφραγίδα μιας πιο πεζής καθημερινότητας.

Έως τις 6 Απριλίου 2025 μπορεί να τις δει κανείς στη Δημοτική Πινακοθήκη Λέφα, στο Ψυχικό, αλλά και στην ομότιτλη δίγλωσση έκδοση που περιλαμβάνει την πλήρη σειρά εικόνων του οδοιπορικού δύο σύγχρονων εικαστικών: της Μαρίας Μπουκαούρη και του Λεωνίδα Γερμανόπουλου. Όσο για τον τίτλο «Color Me Beautiful», παραπέμπει στον ιδιωματισμό της αγγλικής γλώσσας «φαντάσου με όμορφη/ο».

Όλες οι φωτογραφίες έχουν τραβηχτεί στην Άνδρο, όπου οι καλλιτέχνες πραγματοποίησαν οκτώ ταξίδια μέσα σε διάστημα τριών ετών, για να ευαισθητοποιήσουν με τον τρόπο τους το κοινό σε σχέση με τη διατήρηση της κυκλαδίτικης κληρονομιάς. Τι ένωσε τη Μαρία Μπουκαούρη και τον Λεωνίδα Γερμανόπουλο σε αυτό το ιδιαίτερο φωτογραφικό πρότζεκτ;

Καθένας δίνει την απάντηση από την πλευρά του, σκιαγραφώντας μια περιήγηση που –αν τελικά μιλούσαμε με όρους τουριστικούς– θα τη χαρακτηρίζαμε «off the beaten track».

«Color Me Beautiful»: Ένα φωτογραφικό οδοιπορικό στο οικείο όσο και αλλόκοτο της ελληνικής επαρχίας
© Μαρία Μπουκαούρη

– Ποιο ήταν το σημείο εκκίνησης αυτής της φωτογραφικής περιπλάνησης; Τι σας τράβηξε στο κυκλαδίτικο τοπίο;

Μαρία Μπουκαούρη: Η ιδέα γεννήθηκε μέσα από συζητήσεις σχετικά με το πώς διαμορφώνεται σήμερα το οπτικό τοπίο της ελληνικής επαρχίας. Θέλαμε να εξετάσουμε τις αισθητικές αντιφάσεις, τις φθορές και τα απρόβλεπτα στοιχεία που συνθέτουν μια λιγότερο εξιδανικευμένη εικόνα του τόπου. Οι Κυκλάδες μάς κέρδισαν λόγω του φωτός – έντονου, σκληρού, με μοναδικό τρόπο να αποκαλύπτει τις επιφάνειες.

Η Άνδρος επιλέχθηκε όχι μόνο για την εγγύτητά της στην Αθήνα, αλλά και γιατί συνιστά μια ιδιαίτερη περίπτωση μέσα στο κυκλαδικό σύμπλεγμα: ένα νησί γεμάτο αντιθέσεις, με έντονο ανάγλυφο, πλούσια παρουσία νερού και μια τουριστική ανάπτυξη που δεν έχει διαμορφωθεί με βάση τα κυρίαρχα πρότυπα. Το νησί ως ενότητα μάς έδωσε ένα σαφές πλαίσιο, μια γεωγραφική και πολιτισμική οριοθέτηση μέσα στην οποία μπορέσαμε να χαρτογραφήσουμε τις παραφωνίες που μας ενδιέφεραν.

Λεωνίδας Γερμανόπουλος: Το σημείο εκκίνησης ήταν η κοινή μας επιθυμία να ανακαλύψουμε έναν τόπο που δεν υπάγεται αμέσως στα στερεότυπα του κυκλαδίτικου τοπίου. Η Άνδρος μάς τράβηξε με την εναλλαγή των μορφολογιών της – απότομες πλαγιές, ποτάμια, ξερολιθιές, καλλιέργειες, εγκαταλελειμμένα κτίσματα, όλα μέσα σε μια εντυπωσιακή εγγύτητα. Το γεγονός ότι δεν έχει υποστεί την ένταση της μαζικής τουριστικής ανάπτυξης μάς έδωσε τη δυνατότητα να παρατηρήσουμε τον χώρο με καθαρότερο βλέμμα.

«Color Me Beautiful»: Ένα φωτογραφικό οδοιπορικό στο οικείο όσο και αλλόκοτο της ελληνικής επαρχίας
© Λεωνίδας Γερμανόπουλος

– Η συνεργασία σας βασίζεται σε κοινές διαδρομές, αλλά και σε διαφορετικές ματιές. Ποια είναι τα σημεία όπου συναντηθήκατε πιο οργανικά και ποια εκείνα όπου οι διαφορές σας λειτούργησαν δημιουργικά;

Μαρία Μπουκαούρη: Πρώτα απ’ όλα, χρησιμοποιήσαμε τον ίδιο εξοπλισμό – σταθερό 50άρη φακό, free hand. Όλα προέκυψαν αυθόρμητα και αρμονικά, χωρίς να υπάρχει προκαθορισμένος ρόλος. Τόσο στα κοινά μας ταξίδια όσο και όταν δουλεύαμε ξεχωριστά, ακολουθήσαμε την ίδια μεθοδολογία: κινούμασταν με βάση τον χάρτη, εξερευνούσαμε τον χώρο και φωτογραφίζαμε με παρόμοιο ρυθμό και προσέγγιση.

Χαρακτηριστικά θυμάμαι ένα σημείο που είχα εντοπίσει, αλλά δεν μπορούσα να το αποτυπώσω όπως ήθελα. Οδήγησα, λοιπόν, τον Λεωνίδα εκεί και προέκυψε η εικόνα. Υπήρξε πραγματική αλληλοσυμπλήρωση. Γενικά, μόνο τρεις φωτογραφίες είναι κοινές στο βιβλίο και αυτές σχεδόν ταυτόσημες. Αυτό δείχνει πως, αν και δουλέψαμε παράλληλα, καταφέραμε να συγχρονιστούμε χωρίς να χρειαστεί να «συμβιβάσουμε» τις ματιές μας.

«Color Me Beautiful»: Ένα φωτογραφικό οδοιπορικό στο οικείο όσο και αλλόκοτο της ελληνικής επαρχίας
© Μαρία Μπουκαούρη

Λεωνίδας Γερμανόπουλος: Καταφέραμε να δουλεύουμε συμπληρωματικά, και αυτό λειτούργησε καθοριστικά στη συνοχή του έργου. Μοιραζόμαστε την ίδια ευαισθησία απέναντι στο τοπίο, μας ελκύουν τα ίδια πράγματα, αλλά τα βλέπουμε μέσα από ελαφρώς διαφορετικούς φακούς. Πολλές φορές σταματούσαμε το αυτοκίνητο για τελείως διαφορετικούς λόγους – αυτό που τραβούσε το βλέμμα της Μαρίας ήταν άλλο από αυτό που τραβούσε το δικό μου. Όμως μέσα από αυτή τη συνθήκη, η ματιά του καθενός εντάχθηκε οργανικά σε μια κοινή εικαστική αφήγηση. Θα έλεγα πως το τελικό αποτέλεσμα δεν προκύπτει από έναν συμβιβασμό, αλλά από μια κοινή διαδρομή μέσα από τις διαφορές μας.

– Το σώμα της δουλειάς σας φαίνεται να κινείται μεταξύ τεκμηρίωσης και ποιητικής αναπαράστασης. Πώς ισορροπείτε ανάμεσα στην παρατήρηση και την ερμηνεία;

Μαρία Μπουκαούρη: Μέσα από την καταγραφή μας στο νησί αναδείχθηκε ένας τόπος που φέρει τα σημάδια της μεταβολής: ένα τοπίο «ασθενές», φθαρμένο, αλλά ταυτόχρονα βιωμένο και κατοικήσιμο. Η αποδόμηση του στερεοτυπικού νησιωτικού κάδρου μάς οδήγησε σε μια αφήγηση που εστιάζει στην καθημερινότητα και στις σιωπηλές μεταμορφώσεις του χώρου. Η ερμηνεία δεν επιβάλλεται· προκύπτει μέσα από την παρατήρηση, από τη συνύπαρξη με τον χώρο, από την επιμονή στο βλέμμα.

Λεωνίδας Γερμανόπουλος: Η φωτογραφία, εξ ορισμού, είναι μια πράξη τεκμηρίωσης. Όμως το κάδρο που επιλέγει κανείς για να πλαισιώσει τη δική του εκδοχή της πραγματικότητας εμπεριέχει πάντοτε μια ποιητική πρόθεση. Προσωπικά, θεωρώ πως αυτή η πρόθεση συγκαθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο που το βλέμμα του θεατή διαβάζει την εικόνα. Εμείς θέτουμε το πλαίσιο – η ερμηνεία ενεργοποιείται μέσα από την παρατήρηση του άλλου.

Λεωνίδας Γερμανόπουλος
© Λεωνίδας Γερμανόπουλος

– Τα τοπία που αποτυπώνετε φωτογραφικά δείχνουν οικεία, αλλά και αλλόκοτα. Ήταν αυτή η διπλή αίσθηση σκοπός εξαρχής ή προέκυψε στην πορεία;

Μαρία Μπουκαούρη: Νομίζω αυτή η αμφισημία προκύπτει από το γεγονός ότι, αν και οι φωτογραφίες μας έχουν ως αφετηρία την Άνδρο, η πραγματικότητα που αποτυπώνουν ξεπερνά τα όρια του νησιού. Οι εικόνες θα μπορούσαν να προέρχονται από οποιοδήποτε μέρος της ελληνικής επαρχίας, όπου η συνύπαρξη αντιφατικών στοιχείων είναι εξίσου παρούσα: φθορά και καθημερινότητα, εγκατάλειψη και επιμονή. Η ματιά μας, μερικές φορές, εμπεριέχει και ένα διακριτικό χιούμορ – όχι ειρωνικό, αλλά παρατηρητικό. Αυτή η λεπτή μετατόπιση ίσως είναι που δημιουργεί αυτή τη διπλή ανάγνωση: το οικείο που μοιάζει αλλόκοτο και το αλλόκοτο που παραμένει γνώριμο.

Λεωνίδας Γερμανόπουλος: Θα έλεγα ότι αυτή η αίσθηση προέκυψε σταδιακά. Στην αρχή, καταγράφαμε σχεδόν τα πάντα. Μετά τα πρώτα δύο ταξίδια, όμως, άρχισε να διαμορφώνεται πιο καθαρά η κατεύθυνση της δουλειάς μας. Γίναμε πιο επιλεκτικοί, εστιάζοντας στις λεπτομέρειες που αποδομούν την καρτ-ποσταλική εικόνα της Άνδρου. Η αναζήτηση της μη ιδανικής εκδοχής του νησιού, αυτής που δεν επιδιώκει να «φωτογραφηθεί», έγινε σιγά σιγά βασική πρόθεση. Δεν ήταν προσχεδιασμένο, αλλά μας οδήγησε εκεί το ίδιο το τοπίο.

Μαρία Μπουκαούρη
© Μαρία Μπουκαούρη

– Υπάρχει έντονη απουσία ανθρώπινης παρουσίας, κι όμως το ανθρώπινο αποτύπωμα είναι παντού. Πώς δουλέψατε πάνω σε αυτή την αντίφαση;

Μαρία Μπουκαούρη: Στο τελικό edit αποφασίσαμε να αφαιρέσουμε τις φωτογραφίες όπου υπήρχε ανθρώπινη μορφή, γιατί διαπιστώσαμε ότι η απουσία λειτουργούσε πιο δυνατά – σχεδόν ως μαρτυρία. Ο χρόνος περνάει, ο άνθρωπος μετακινείται, αποσύρεται, αλλά τα ίχνη του παραμένουν. Η υλικότητα των επεμβάσεών του στο τοπίο αφηγείται την παρουσία του. Αυτή η αποστασιοποίηση μάς επέτρεψε να δούμε τη σχέση του ανθρώπου με τον χώρο μέσα από το αποτέλεσμα των πράξεών του και όχι μέσα από την ίδια του τη μορφή.

Λεωνίδας Γερμανόπουλος: Αν και γνωρίσαμε αρκετούς ντόπιους –και φωτογραφίσαμε κάποιους από αυτούς– όταν αρχίσαμε να συγκεντρώνουμε και να επεξεργαζόμαστε το υλικό, αντιληφθήκαμε ότι η ανθρώπινη φιγούρα δεν ήταν τελικά το κέντρο του ενδιαφέροντός μας. Μας ενδιέφερε περισσότερο το ίχνος, το αποτύπωμα. Οι πρόχειρες κατασκευές, οι διορθώσεις, οι εγκαταλελειμμένες υποδομές, τα αντικείμενα σε λάθος θέση – όλα αυτά μαρτυρούν τη σχέση του ανθρώπου με τον χώρο με έναν σχεδόν ποιητικό και, ταυτόχρονα, κριτικό τρόπο.

Λεωνίδας Γερμανόπουλος
© Λεωνίδας Γερμανόπουλος

– Επηρέασε την εστίασή σας ο τρόπος που αλληλεπιδράσατε με τους ντόπιους κατά τις επισκέψεις σας;

Μαρία Μπουκαούρη: Δεν θα έλεγα ότι επηρέασε τη συνολική προσέγγισή μας ή το βασικό μας σκεπτικό – αυτό παρέμεινε σταθερό. Ωστόσο, οι συναντήσεις με τους ντόπιους μάς βοήθησαν ουσιαστικά στην πρόσβαση, στην κατανόηση της χωρικής λειτουργίας, στην ανακάλυψη σημείων που δεν θα βρίσκαμε διαφορετικά. Συχνά, αυτό που οι ίδιοι θεωρούσαν «αδιάφορο» ή «ασήμαντο» ήταν ακριβώς αυτό που εμάς μας ενδιέφερε – η ανεπιτήδευτη καθημερινότητα, οι μικρές, μη εντυπωσιακές χειρονομίες στο τοπίο. Αυτή η απόσταση στην αντίληψη του ωραίου ή του ενδιαφέροντος λειτούργησε, τελικά, δημιουργικά.

Λεωνίδας Γερμανόπουλος: Όπως ανέφερα και προηγουμένως, γνωρίσαμε αρκετούς κατοίκους του νησιού και μέσα από τις κουβέντες και τις μετακινήσεις μαζί τους βρήκαμε πρόσβαση σε μέρη που δεν θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Δεν καθόρισαν τη ματιά μας, αλλά μάς άνοιξαν διαδρομές. Μας επέτρεψαν να κινηθούμε πιο ελεύθερα μέσα στον χώρο, να παρατηρήσουμε από κοντά σημεία που δεν είναι ορατά στον επισκέπτη. Αυτή η εμπλοκή δεν άλλαξε το εικαστικό μας πλαίσιο, αλλά λειτούργησε σαν ένας ενδιάμεσος φακός ανάγνωσης του νησιού – άμεσος, τοπικός, βιωματικός.

Μαρία Μπουκαούρη
© Μαρία Μπουκαούρη

– Σε μια εποχή που κυριαρχεί το γρήγορο, το εντυπωσιακό και το εύκολα καταναλώσιμο, εσείς προτείνετε έναν ρυθμό παρατήρησης πιο αργό, σχεδόν στοχαστικό. Πώς ελπίζετε να ανταποκριθεί το κοινό σε αυτή την πρόταση;

Μαρία Μπουκαούρη: Η φωτογραφία είναι για εμάς μια παύση – μια στιγμή αναπνοής μέσα στον θόρυβο. Ελπίζουμε το κοινό να σταθεί μπροστά στα έργα με τον ίδιο τρόπο: όχι βιαστικά, αλλά παρατηρώντας, αφουγκραζόμενο. Η εικόνα δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται· είναι και αυτό που χρειάζεται χρόνο για να φανερωθεί. Κι αυτόν τον χρόνο θέλουμε να προκαλέσουμε – ως διάθεση, ως ρυθμό πρόσληψης, ως σιωπηλή συνομιλία με το τοπίο.

Λεωνίδας Γερμανόπουλος: Αυτό που ξεχνάμε, μέσα στον συνεχή βομβαρδισμό ψηφιακών εικόνων, είναι ότι μόλις μια φωτογραφία εκτυπωθεί –είτε βρίσκεται μέσα σε ένα βιβλίο, είτε κολλημένη στην πόρτα του ψυγείου σου– αποκτά αμέσως μια διαφορετική διάσταση. Γίνεται αντικείμενο, μνήμη, εμπειρία. Μια φωτογραφία που σου έδωσαν, που κράτησες, που τοποθέτησες κάπου, δεν είναι απλώς μια εικόνα: συνδέεται με τη στιγμή, με τη χειρονομία, με το πώς σε έκανε να αισθανθείς.

Δεν θυμάμαι καμία φωτογραφία που να μου έχουν στείλει σε μήνυμα ή σε e-mail. Θυμάμαι, όμως, όλες τις εκτυπωμένες –δικές μου ή άλλων– και κυρίως πώς ήρθαν στη ζωή μου. Αυτή η σχέση με την εικόνα είναι που ελπίζουμε να ενεργοποιηθεί μέσα από αυτό το έργο: μια σχέση πιο προσωπική, σχεδόν στοχαστική.

«Color Me Beautiful»: Ένα φωτογραφικό οδοιπορικό στο οικείο όσο και αλλόκοτο της ελληνικής επαρχίας
© Λεωνίδας Γερμανόπουλος

– Μέσα από αυτή την εμπειρία, άλλαξε καθόλου ο τρόπος που βλέπετε τη φωτογραφία ή τον τόπο;

Μαρία Μπουκαούρη: Όχι, δεν θα έλεγα ότι άλλαξε. Η φωτογραφική μας προσέγγιση είχε εξαρχής μια σαφή κατεύθυνση, και το έργο αυτό την επιβεβαίωσε. Περισσότερο ενίσχυσε την εμπιστοσύνη μας στη μακροχρόνια παρατήρηση και στη σημασία του να μένεις πιστός στο βλέμμα σου.

Λεωνίδας Γερμανόπουλος: Επιστρέφω στην Άνδρο σχεδόν κάθε χρόνο. Την εκτιμώ ακριβώς για τη διαφορετικότητά της – και συνεχίζω να τη φωτογραφίζω. Ίσως πια με μια ελαφρώς διαφορετική διάθεση: λιγότερο αναζητώντας το υλικό, περισσότερο παρατηρώντας τη σχέση μου μαζί της να μεταβάλλεται με τον χρόνο.

«Color Me Beautiful»: Ένα φωτογραφικό οδοιπορικό στο οικείο όσο και αλλόκοτο της ελληνικής επαρχίας
© Μαρία Μπουκαούρη

– Τι κρατάει ο καθένας σας ως πιο προσωπική ανακάλυψη από αυτό το φωτογραφικό ταξίδι;

Μαρία Μπουκαούρη: Για μένα, το πιο πολύτιμο στοιχείο αυτής της εμπειρίας ήταν η ίδια η συνεργασία. Ο διάλογος που προέκυψε –και συνεχίζει να προκύπτει– μέσα από την κοινή δουλειά, είναι μια διαρκής πηγή εξέλιξης. Το να συνδιαμορφώνεις ένα έργο χωρίς να χάνεις την ατομική σου ματιά είναι κάτι σπάνιο, και το θεωρώ ουσιαστικό κέρδος.

Λεωνίδας Γερμανόπουλος: Συνειδητοποίησα ότι όταν πηγαίνεις ψάχνοντας, βρίσκεις λιγότερα απ’ ό,τι όταν απλώς πηγαίνεις. Όσο λιγότερο προσπαθείς να επιβάλεις τι θέλεις να δεις, τόσο περισσότερο σου αποκαλύπτεται ο τόπος. Αυτή η στάση –λιγότερη προσδοκία, περισσότερη παρατήρηση– ήταν ίσως η πιο προσωπική μου ανακάλυψη.

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΑΣ ΜΙΑ ΠΑΥΣΗ – ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΑΝΑΠΝΟΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΘΥΡΥΒΟ.

– Ποια είναι η συνολική σας αίσθηση για τον αρχιτεκτονικό χαρακτήρα της Ελλάδας σήμερα; Τι εντοπίζετε ως κυρίαρχη τάση και ποια στοιχεία θεωρείτε ότι κινδυνεύουν να χαθούν;

Μαρία Μπουκαούρη: Η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα μεταβατικό στάδιο. Το αρχιτεκτονικό τοπίο διαμορφώνεται ανάμεσα σε αντικρουόμενες κατευθύνσεις: από τη μία, υπάρχει μια διαρκής αναζήτηση προσωρινών λύσεων – συχνά πρόχειρων, με μικρή διάρκεια ζωής· από την άλλη, προωθούνται μεγάλης κλίμακας παρεμβάσεις με υψηλό επενδυτικό χαρακτήρα. Το πρόβλημα είναι ότι λείπει ένας σταθερός πυρήνας – ένα γερό θεμέλιο που να βασίζεται στη γνώση του τόπου, των υλικών, των αναγκών. Αν δεν υπάρξει επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο προσεγγίζουμε τον σχεδιασμό, φοβάμαι ότι σταδιακά απομακρυνόμαστε από τη δυνατότητα να δημιουργούμε αρχιτεκτονική με διάρκεια, με νόημα.

Λεωνίδας Γερμανόπουλος: Νομίζω ότι και στην αρχιτεκτονική ισχύει αυτό που ισχύει γενικότερα στην κοινωνία: μια διάχυτη αλλοτρίωση. Το υψηλό κόστος διαβίωσης, ο περιορισμένος χρόνος, η πίεση της καθημερινότητας – όλα αυτά έχουν αντίκτυπο και στον δομημένο χώρο. Ίσως είναι πιο εμφανές εκεί γιατί η αρχιτεκτονική είναι, τελικά, η εικόνα του προσωπικού και συλλογικού μας χώρου. Χάνονται οι παραδοσιακές τεχνικές, η πρακτική σοφία του παλιού σχεδιασμού, τα ποιοτικά υλικά· αντικαθίστανται από πιο πρόχειρες, πιο εύκολες και πιο φθηνές λύσεις, χωρίς να δίνεται σημασία στη διατήρηση της τοπικής ιδιαιτερότητας. Οι μηχανισμοί προστασίας και ελέγχου υπάρχουν, όμως το ζητούμενο είναι να θέλουμε πραγματικά να τους ενεργοποιήσουμε – όχι μόνο θεσμικά, αλλά και σε ατομικό επίπεδο συνείδησης.

Δημοτική Πινακοθήκη Λέφα: Κοκκώνη 15, Ψυχικό, 154 52. Τηλ. 210 6717097

SLOW MONDAY NEWSLETTER

Θέλεις να αλλάξεις τη ζωή σου; Μπες στη λογική του NOW. SLOW. FLOW.
Κάθε Δευτέρα θα βρίσκεις στο inbox σου ό,τι αξίζει να ανακαλύψεις.